διαλεκτικόν

διαλεκτικός
conversational
masc acc sg
διαλεκτικός
conversational
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Theetete (Platon) — Théétète (Platon) Pour les articles homonymes, voir Théétète. Dialogues de Platon …   Wikipédia en Français

  • Théétète (Platon) — Pour les articles homonymes, voir Théétète. Le Théétète est un dialogue de Platon dans lequel Socrate discute avec le jeune Théétète d Athènes, mathématicien contemporain de Platon et disciple de Théodore de Cyrène, de la définition de la science …   Wikipédia en Français

  • Théétète (dialogue de Platon) — Théétète (Platon) Pour les articles homonymes, voir Théétète. Dialogues de Platon …   Wikipédia en Français

  • διαλεκτικός — ή, ό (AM διαλεκτικός, ή, όν) [διάλεκτος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαλεκτική 2. ο έμπειρος, ο ικανός στη διαλεκτική, ο επιδέξιος συνομιλητής 3. αυτός που ακολουθεί στη φιλοσοφία τη διαλεκτική μέθοδο, ο οπαδός τής διαλεκτικής 4. αυτός… …   Dictionary of Greek

  • ηθικός — ή, ό (AM ἠθικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο ήθος ή στην ηθική, κατ αντίθεση προς το ανήθικος και σε αντιδιαστολή προς το διανοητικός 2. αυτός που επιδρά στο ήθος ή στα ήθη («ηθική διδασκαλία») νεοελλ. 1. αυτός που είναι σύμφωνος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.